Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ !


Μια γυναίκα με το παιδί στην αγκαλιά της να κλαίει, μαζεύει και τα τελευταία ρουχα που της έπεσαν απο απο την βαλίτσα...."Θα φύγω και δεν θα με σταματήσει κανείς και τίποτα !  Ακούς" ?  Φωνάζει με δακρυα στα μάτια !

"Δεν έχεις να πας πουθενα ! (αναστενάζοντας) Καν’ την να σκάσει επιτέλους, μου έχει πάρει τ'αυτια " !
Κάπως έτσι ξεκίναει η ιστορία μου ! Ήμουν δεν ήμουν 10 χρονών οταν ξεκίνησαν οι έντονοι καυγάδες στο σπίτι...Το σκηνικό κάθε φορά το ίδιο: Η μητέρα μου τσακωνόταν έντονα με τον πατέρα μου, εκείνη μάζευε τα πραγματά της τάχα μου οτι θα φύγει και στο τέλος έμενε να υπομένει τα βασανιστήρια, καθώς για αλλη μια φορά ο ψυχολογικός βιασμός εκτός απο τον σωματικό, είχε τον τελευταίο λόγο στην ήδη σκατένια ψυχολογία της !

Εγώ, κλεισμένη πάντα μέσα στην ντουλάπα του υπνοδωματίου μου άκουγα τα ουρλιαχτά και τις φωνές και των δύο...αλλά κυρίως της μητέρας μου. Ο ήχος απο τα χαστουκια....ανάρμοστες βρισιές....το πνιχτό κλάμα της...η εξώπορτα να κλείνει με βια και για αλλη μια φορά να πηγαίνω δίπλα της με κομπρεσες στο χέρι.  «Μη κλαις μανούλα»! Της ελεγα. Ανέβαζε αργά το βλέμμα της πάνω μου, σαν να ντρεπόταν. «Είναι καλος ανθρωπος κατα βάθος...δεν το θέλει...έχει χάσει και τη δουλειά του, δεν έχουμε και λεφτά...και ξεσπάει»  
 Tόση ήταν η επηρροή του επάνω της.  Τόση, που δεν είχε πλεον το σθένος να φυγει. Το σθένος να πει «φτάνει πια» !
Οι μέρες περνουσαν, οι εβδομάδες....οι μήνες αλλα όλα έμεναν ίδια ! Ο ίδιος εφιάλτης έρχοταν και ξανα ερχόταν. Καθε φορά που άκουγα το κλειδί στην πόρτα έτρεμε το φιλοκάρδι μου. Δεν ήταν καθε ημέρα έτσι...αλλά συνήθως η βια στο σπίτι ήταν καθημερινη.
Ο διάλογος πλέον γνωστός:
- Συγγνώμη...δεν ήθελα να σε χτυπήσω....μη με αφήσεις σε παρακαλώ ! Αφού το ξέρεις οτι σε αγαπάω.
-Το υπόσχεσαι οτι δεν θα με ξαναπειράξεις ;
-Σου είπα ποτε ξανα  !
Υποσχέσεις που εναλλάσονταν με στιγμές βίας την επόμενη κιόλας εβδομάδα !  
 «Και που θα φύγεις που θα πας ; Θα πας να γίνεις πουτάνα; Αφού πουτάνα είσαι έτσι κι αλλιώς» ! Αυτές οι λέξεις αντηχούσαν στα αυτιά μου μερα νύχτα. Ήθελα...ήθελα να βοηθήσω...να βγω απο την ντουλάπα μου, να αρπαξω τη μητέρα μου και να φύγουμε μακρυά απο αυτόν τον έφιάλτη. Αλλα δεν το έκανα. Φοβόμουν.... «Ο,τι και να γίνει, εσυ θα κατσεις μεσα στην ντουλάπα» με προειδοποιούσε η μητέρα μου καθε φορά που άκουγε το κλειδί στην πόρτα. Ήξερε οτι ήταν αυτός πιωμένος ώς συνήθως !

Η βια είχε γίνει πλέον «σύντροφος» της μητέρας μου....και λίγο κόντεψε να γίνει και δικός μου...

«ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ» ; κρατώντας ενα μπουκάλι ουσκι στο ένα χέρι...

« Αυτη» εννοείς την κόρη μας ; Τι τη θες ; Δε πιστεύω να αρχίζεις να χτυπάς και εκείνη ? ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ ΜΕ ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΟΥ ΤΑ ΧΕΡΙΑ  ΑΚΟΥΣ» ;
«Του ειπα του μαλακισμένου να μου παρει MARLBORO και μου πηρε CAMEL ! Τώρα θα της δείξω εγω» αφήνει κατω το μπουκάλι, σηκώνετε και ξεκουμπώνει τη ζώνη....
«ΕΑΝ ΤΟΛΜΗΣΕΙΣ ΝΑ ΤΗΝ ΠΕΙΡΑΞΕΙΣ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΑ ! Μικρό παιδί το στέλνεις για τα κωλοτσίγαρά σου ΑΛΗΤΗ ? «
"ΠΟΙΟΝ ΕΙΠΣ ΑΛΗΤΗ ΜΩΡΗ ΠΟΥΤΑΝΑ " ; Οι ήχοι απο τον ξυλοδαρμό  εκείνης της βραδυάς με εκάναν να μείνω στην ντουλάπα τουλάχιστον μια ολόκληρη ημέρα. Εκλαιγα...θεωρούσα υπευθυνο τον εαυτό μου που η μητέρα μου έτρωγε ξύλο εξαιτίας μου ! Αισθανόμουν ένοχη..ένοχη για ότι έγινε...μα πως μπόρεσα να ξεχάσω τη μάρκα των τσιγάρων ! Εκεί είχε φτάσει η αυτοπεποίθηση μου ! Να πιστεύω έστω και για λίγο οτι δεν θα την έδερνε εαν εγώ είχα αγοράσει την σωστή μάρκα τσιγάρων ! Όμως αυτό δεν ίσχυε. Ήταν βίαιος και θα παρέμενε βίαιος. Μαλιστα πολλές φορές τον ακουγα να λεει οτι η μητέρα μου έφταιγε για την συμπεριφορά του. Δεν δεχόταν το πρόβλημά του. Μετά,ευθύς αμέσως αλλαζε συμπεριφορά και της ζήταγε συγγνώμη. Κατι σαν δόκτορ Τζέκιλ και μίστερ Χαϊντ που λένε.

Η μητέρα μου χρειάσθηκε να πάει κάποιες φορές στο νοσοκομείο...σπασμένο πλευρο ήταν η διάγνωση του γιατρου. «Απο τι το πάθατε» την ρώτησε.. «Έπεσα απο τις σκάλες» αποκρίνοταν εκείνη. Τόσες φορές που το είχε πει, το είχε πιστεψει και η ίδια. Απο το ύφος του γιατρού, καταλάβαινες οτι δεν την πίστευε πλέον. Είχε καταλάβει τι συνέβαινε, του είχαν τύχει και αλλα τέτοια περιστατικά. «Πάρτε αυτό το τηλέφωνο. Είναι ενα γκρούπ κακοποιημένων γυναικών. Θα σας βοηθήσει» της είπε με συγκαταβατικό ύφος. «Μααα τι λέτε...εγωωωω δεν....» Άρνηση, παθητικότητα, φόβος και τρόμος τα κύρια συναισθήματα ! Οταν έπαιρνε τηλέφωνο η γιαγιά, η μαμά συνήθως απεφευγε να της μιλήσει. Απεφευγε να μιλήσει στον οποιονδήποτε. Γενικά.

Κάποιες φορές απλά τσακώνονταν λεκτικά, η μητέρα μου υποχωρούσε και έτσι ο πατέρας μου νομιζε οτι είχε το πάνω χέρι. Κάποιες φορές.....διότι κάποιες αλλες  όσο κι αν προσπαθούσε να αντισταθεί ήταν μάταιο. Συνήθως η βία γινόταν εντονότερη. 

Όταν πλέον είχε καταλάβει οτι έπρεπε να ζητήσει βοήθεια, πήγε στην αστυνομία για να λάβει την απάντηση: «Αντε κυρά μου τράβα πίσω στο σπιτάκι σου ! Μ’ ενα χαστουκι τα παρατατε ολα και φευγετε απ το σπιτι σας. Και εγω δινω που και που κανενα χαστουκι στη γυναικα μου.Τι θα πρεπει να κανει ; Θα πρεπει να φυγει ; “   Καταρακώθηκε...σε σημείο που δεν ξαναζήτησε βοηθεια απο κανέναν. "Εαν δεν βοηθήσεις ΕΣΥ τον εαυτό σου δεν θα σε βοηθήσει κανείς" ήταν το ρητό που της ήρθε στο μυαλό. Της το έλεγε συνέχεια η γιαγιά μου...μέχρι που τό έκανε πράξη. Αυτός ο εφιάλτης έπρεπε να τελειώσει !

 Μια ημέρα και μετά απο έντονο καυγά που συνοδευόταν με άπειρα χτυπήματα στο πρόσωπο και αλλες τόσες κλωτσιές στην κοιλιακή χώρα...ακούσα εκείνο το θόρυβο...το θόρυβο που άλλαξε τη ζωή μας για πάντα !
«ΔΕ ΣΕ ΑΝΤΕΧΩ ΑΛΛΟ ΠΟΥΣΤΗ ! ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ ! (κλαίγοντας με λυγμούς)  ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ ΑΚΟΥΣ ? »
«Μαρια σύνελθε ! ΑΣΕ ΚΑΤΩ ΤΟ ΟΠΛΟ ΜΑΡΙΑ ! ΜΑΡΙΑ ΜΗ...»
Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την πρότασή του όταν ο κρότος απο το όπλο που εκπυρσοκρότησε αντήχησε σε όλο το σπίτι. Η δεύτερη σφαίρα συνοδεύτηκε απο την κραυγή σε συνδυασμό με το κλάμα της μητέρας μου...δεν ήξερα εαν ήταν απο το σόκ του «μολις σκότωσα εναν άνθρωπο» ή του «μόλις λυτρώθηκα απο ενα τέρας»
Η αστυνομία βρήκε την μητέρα μου να κάθετε στην πολυθρόνα του σπιτιού με απλανές βλέμμα και το περίστροφο στο χερι. Και εμένα κρυμμένη στο δικό μου «σπίτι»...την ντουλάπα μου.
Ειδοποιήθηκε η γιαγιά μου. Με κλάμματα στα μάτια μου ανακοίνωσε οτι θα έπρεπε να μείνω μαζί της λίγο καιρό. Όχι οτι δεν με ήθελε...το αντίθετο. Η αγωνία της ήταν εαν θα ζούσε αρκετά ωστε να με μεγαλώσει μόνη της όσο καιρό η μητέρα μου θα έκτιε την ποινή της.
Την παρακολουθούσα να την  μεταφέρουν  απο το σπίτι στο περιπολικό.  Έκλαιγα με λυγμούς, αλλά ήξερα οτι δεν μπορούσα να κάνω πολλά για να την βοηθήσω. Θα πέρναγε απο τη μια φυλακή σε μια αλλη. Είχαμε να αντιμετωπίσουμε αλλον έναν εφιάλτη.  Τον πρώτο λόγο είχε η δικαιοσύνη...όση δικαιοσύνη μπορεί να υπάρξει σε αυτό τον τόπο !
Κοντοστάθηκε μποστά στην πόρτα του περιπολικού.  Με κοίταξε, μου χαμογέλασε σαν να μου έλεγε «τα καταφέραμε» !  Ήταν τότε που παρά τις αντίξοες συνθήκες, παρά τον γολγοθά που μας περίμενε, ένιωσα μια σπίθα αισιοδοξίας. Αισιοδοξίας οτι θα τα καταφέρναμε και οτι δεν θα χρειαζόταν πλέον να κρύβομαι στο ντουλάπι μου!

-ΤΕΛΟΣ-

Δεν υπάρχουν σχόλια: