Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Γιατί με άφησες ;


 Γιατί με άφησες ; Δεν σου έδωσα αρκετή στοργή ; Δεν παίζαμε κάθε φορά που ήθελες ; Δεν είμουν πιστός συντροφός σου ;

Ακόμα θυμάμαι την ημέρα που με πήρες στην αγκαλιά σου.


 Ήταν βράδυ και έκανε πολύ κρύο. Η βροχή μου μαστίγωνε το σώμα μέχρι που  χώθηκα γρήγορα -  γρήγορα κάτω απο το ενα τεράστιο πράγμα που έβγαζε ζέστη για να προστατευθώ.

 Τότε ήταν που είδα για πρώτη φορά το πρόσωπό σου. Σκυμμένος κάτω απο το πελώριο αυτό πράγμα, στην αρχή ξαφνιάστηκες αλλά με φώναξες και ήρθα δειλά δειλά κοντά σου. Βλέπεις...φοβόμουν το είδος σου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που με ταπείνωσαν, με κλώτσησαν, με χτύπησαν... Αλλά εσύ φάνταζες διαφορετικός απο τους άλλους που είχα γνωρίσει. Το ένστικτό μου, μου έλεγε οτι σε εσένα θα έβρισκα την αγάπη και τη θαλπωρή ενός σπιτιού.  

Η χαρά μου δεν περιγράφονταν οταν για πρώτη φορά αισθανθηκα ενα πραγματικό χάδι στο κεφαλάκι μου. Η αγκαλιά σου ήταν το καλύτερο αναλγητικό !

 Μπήκαμε μέσα σε αυτό το πελώριο πραγμα στο οποίο καθόμουν όση ώρα έβρεχε. Μου μίλαγες...μου έλεγες κατι ακαταλαβήστικα αλλά απο τον τόνο της φωνής σου πίστεψα οτι νοιαζόσουν πραγματικά για εμένα. Στη διαδρομή κοιτούσα έξω απο το παράθυρο. Με λυπη μου έβλεπα κι άλλα σκυλάκια να ψάχνουν στα σκουπίδια για λίγο φαγητό ! Η πείνα.  Η πείνα μπορεί να κάνει ακόμα και το πιο ήρεμο τετράποδο να αγριέψει. Πόσες φορές είχα μείνει νυστικό ! Δεν ήταν μόνο το είδος σου ο έχθρός μου. Έπρεπε να αντιμετωπίσω και τα μεγαλύτερα απο εμένα σκυλιά για ένα κομμάτι κρέας. Αχ πόσο πεινούσα !

Άλλα όλα αυτά άλλαξαν την στιγμή που πέρασα το κατώφλι του σπιτιού σου.

Στην αρχή ζαλίστικα με όλο αυτό το κόσμο που με περιέβαλε. Μια καλοσυνάτη κυρία, δυο υπέροχα παιδιά ! Παίζαμε, με πηγαίνατε βόλτες μεχρι που έμαθα να φέρνω και την εφημερίδα σου ! Τα παιδιά ήταν πολύ ζεστά μαζί μου. Τους έδινα μεγάλη χαρά και εγώ χαιρόμουν να τα βλέπω ευτυχισμένα.

Δεν λέω οτι όλα ήταν εύκολα. Πολλές φορές με μαλώνατε για τις σκανδαλιές μου αλλά δεν με πείραζε. Καταλάβαινα το λάθος μου και δεν το ξαναέκανα. Υπήρχαν φορές που μου φώναζατε ενώ δεν έκανα τίποτα. Αλλά εγώ συνέχιζα να πιστεύω ότι κατα βάθος με αγαπούσατε. Πήγαινα κοντά στα παιδιά και κουνούσα την ουρά μου δεξιά αριστερά. Ήταν το σύνθημά μας οτι ήθελα να παίξουμε αλλά εκείνα με έδιωχναν με μια κίνηση του χεριού τους και έστρεφαν πάλι το βλέμμα σε ενα κουτί...υπολογιστή τον ονομάζουν νομίζω.

 Μια ημέρα, και ενώ είμουν δεμένο στο καλοριφέρ του σπιτιού ήρθες εσύ και με χτύπησες...με χτύπησες τόσο δυνατά που έκλαιγα απο τον πόνο. Σου φώναζα να σταματήσεις αλλά δεν το έκανες ! Κατουρήθηκα απο το φόβο μου. Και τότε με χτύπησες ακόμα πιο δυνατά. Δεν κατάλαβα ποτέ το γιατί.

 Οι μήνες πέρασαν και άρχιζα να μεγαλώνω. Να μεγαλώνω πολύ. Τότε ήταν που άρχισαν οι καυγάδες στο σπίτι. Το ένιωθα....ένιωθα οτι ο λόγος που τσακώνονταν είμουν εγώ ! Ήταν φανερό οτι γινόμουν βάρος. Οι βόλτες όλο και λιγότερες, το φαγητό λιγοστό -  αδύνατον να με χορτάσει - και όσο για τα χάδια...λιγοστά και αυτά..εώς ανύπαρκτα.
Το στενό μπαλκόνι ήταν τώρα το μοναδικό μέρος στο οποίο κοιμόμουν. Κοιτούσα απο το τζάμι εσάς...να μιλάτε...να γελάτε...να παίζετε...σας φώναζα να με πάρετε και εμένα μέσα, να παίξουμε μαζί όπως παλιά ! Μου χτυπούσατε αγριεμένοι το τζάμι και εγώ ξάπλωνα και πάλι στο κρύο πλακάκι του μπαλκονιού. Έμαθα να σας ακούω βλέπετε....αυτή είναι η φύση μου !

Ξαφνικά, μια ημέρα  είδα εσένα ! Σε είδα να παίρνεις το λουρί. «Έλα παμε βόλτα» σαν να σε άκουσα να μου λες ! Η χαρά μου δεν περιγράφονταν. Σαν κάτι να είχε αλλάξει στη μεταξύ μας σχέση. Άλλωστε εσύ είσουν που με βρήκες εξ’αρχής.  Κουνούσα την ουρά μου πέρα – δώθε, συκγράτηθηκα να μη κατουρηθώ απο τη χαρά μου....το έμαθα το μάθημα μου απο την τελευταία φορά που το έκανα αυτό ! Σε κοιταζα στα μάτια.... έβγαλα έξω τη γλώσσα .
«Τι καλά» σκέφτηκα ! «Θα είμαι φρόνιμος και υπάκουος όσο θα πηγαίνουμε βόλτα. Έτσι θα μπορέσει  να με αγαπήσει πάλι» ...σκέφτηκα.

Σ το δρόμο μου τραβούσες το λουρί βίαια και πνιγόμουν ! Δεν καταλάβαινα γιατί τόση βιασύνη ; Υποτίθετε οτι πηγαίναμε βόλτα !  Σταματήσαμε μπροστά απο μια πελώρια μάντρα. Άνοιξες τη σιδερένια πόρτα, μου έβγαλες το λουρί και με πέταξες μέσα. Έκλεισες την πόρτα και έφυγες...σε φώναζα να γυρίσεις πίσω. Μάταια.  Έκλαιγα όσο έβλεπα τη φιγούρα σου να μακραίνει ! Αλλά γιατί ; Γιατί με άφησες ;  Τόσο κακό σου προξένησα πια ;
  Περίμενα εκεί καρτερικά. Μήπως γυρίσεις. Οι ώρες πέρασαν..οι μέρες...Τίποτα. Κανένα ίχνος.  Κατάλαβα οτι δεν θα σε ξαναέβλεπα και έτσι αποφάσισα να επιβιώσω μόνο μου. Στη μάντρα μόνο παλιοσίδερα...τίποτε άλλο.
Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε. Γύρισα να κοιτάξω. Όχι δεν είσουν εσύ ! Ενας άγνωστος έτρεχε εκνευρισμένος προς το μέρος μου, έτρεξα να σωθώ μέχρι που βγήκα σώος απο τη μάντρα.

  Ο καιρός πέρασε, έκανα παρέα και με άλλα σκυλάκια. Αδέσποτα κι αυτά. Μοιραζόμασταν το φαγητό. Αλλά δεν έλειπαν και οι τσακωμοί...τα δαγκώματα. Δύσκολη η επιβίωση.
  Μέχρι που ένα βράδυ σε είδα ! Ναι,  εσύ είσουν. Στο απέναντι πεζοδρόμιο. Σταματημένος. Περίμενες. Τι χαρά ήταν αυτή ! Επιτέλους σε ξανάβρισκα !

Σου γάβγιζα για να με ακούσεις. Να με δείς. Δεν με έβλεπες όμως. Ήταν βράδυ. Είχες το χέρι στο αυτί σου και έκανες κατι εντόνες χειρονομίες.  Ήταν και αυτά τα αυτοκίνητα (ναι έμαθα οτι τα λένε έτσι) που περνάγανε γρήγορα και κάνανε φασαρία !  Αλλά εμένα δεν με ένοιαζε. Έπρεπε να έρθω κοντά σου ! Έτρεξα για να χωθώ και πάλι στην αγκαλιά σου !  Να γίνουμε φίλοι όπως παλιά ! Έτρεξα....

Το τελευταίο πράγμα που είδα ήταν τα έντονα φώτα που με τύφλωσαν.


1 σχόλιο:

Λέλα Μανουηλίδου είπε...

Αυτό ειναι πέρα για πέρα αληθινό και επειδή ψευτοφιλόζωοι υπάρχουν πολοί , θα παρακαλούσα αυτούς που για δώρο στο παιδάκι τους παίρνουν σκυλάκι ή γατάκι να το ξανασκεφτούν γιατι και αυτα που δεν βρίσκονται στο δρόμο αλλά πίσω απο ενα πλαστικό κλουβί ή βιτρίνα και σε κοιτούν μές στα μάτια , την αληθινή αγάπη περιμένουν . Και όχι μια ευχαρίστηση λίγων ημερών ή μηνών...