Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ονειρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ονειρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

To όνειρο του Αλέξανδρου (η συνέχεια)


...... Πιο κάτω δυο βάρβαροι είχαν αρπάξει μια γυναίκα και της σήκωναν τη φούστα, ενας αγρότης σφυροκοπήθηκε άγρια απο άλλους δύο στη προσπάθειά του να την βοηθήσει.... ενα παιδάκι έκλαιγε κοιτάζοντας το πτώμα της μητέρας του, τη σκούνταγε με την ελπίδα οτι θα ξυπνήσει...

 "Κύριέ μου " ! φώναξε πάλι ο στρατιώτης, "πρέπει να κάνουμε κατι και..."

"Μάζεψε τους άνδρες" ! αποκρίθηκε ο Αλέξανδρος τόσο απότομα και αποφασιστικά σαν να είχε βγει απο ενα λήθαργο ετών. Επρεπε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Οσο ήταν καιρός.

Γύρισε προς το μέρος του στρατιώτη. "Δώσε μου το σπαθί μου και μάζεψε όσους άνδρες στρατιώτες έχουμε. Βγείτε στην αντεπίθεση. Κρατήστε ομήρους όσους έχουν αξία! Θα τους χρειασθούμε !"

"Μάλιστα αρχοντά μου !" αποκρίθηκε ο στρατιώτης και βγήκε γρήγορα απο τη σκηνή.

Ο Αλέξανδρος αναστέναξε. Με τον βασιλιά νεκρό, το ηθικό των στρατιωτών θα έχει πέσει. Τώρα εκείνος ήταν που θα έπρεπε να τους εμψυχώσει, αφότου τελειώνε με αυτή τη μάχη ! Οι κραυγές...οι κραυγές των χωρικών του τρυπούσαν τα αυτιά. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια, έσφιξε τη λαβή του σπαθίου του και βγήκε απο τη σκηνή. Την ίδια ώρα πίσω απο το λόφο κατεύθαναν οι υπόλοιποι στρατιώτες με σπαθιά, τόξα και βαλιστρίδες στα χέρια.

Βλέποντας τους ο Αλέξανδρος ένιωσε ανακούφιση, μέχρι που απο πίσω του άκουσε τη δυνατή κραυγή ενός άνδρα. Γύρισε για να δει έναν βάρβαρο να τρέχει προς το μέρος του κραδαίνοντας το βαρύ τσεκούρι του στον αέρα. Ο Άλέξανδρος σήκωσε ψηλά την ασπίδα του για να αποκρούσει το τσεκούρι. Ο βάρβαρος χτυπούσε ανελέειτα...ξανά και ξανά την ασπίδα του Αλέξανδρου...εκείνος βημάτιζε προς τα πίσω απο την ώθηση του τσεκουριού αλλά περίμενε τη κατάλληλη στιγμή και με μια κίνηση έμπηξε το σπαθί του βαθειά στην κοιλιά του βάρβαρου.

Το σφυρί του βαρβάρου πέταξε πέρα και ο βαρβαρος ούρλιαξε περισσότερο απο θυμό..παρά απο πόνο ! Όμως τότε ο Αλέξανδρος βρήκε την ευκαιρία ! Γνώριζε οτι η σιδερένεια ασπίδα του - έχοντας στην άκρη της μικρές λεπτές λεπίδες - εκτός απο προστασία ήταν και ένα πολύ καλό όπλο. Υπολόγισε το ύψος του αντιπάλου του σε δευτερόλεπτα. Με μια γρήγορη κίνηση έκοψε το λαιμό του βαρβάρου. Ο βάρβαρος γονάτισε στο έδαφος και ένας πίδακας απο αίμα πετάχτηκε απο το λαιμό του, μέχρι που σωριάστηκε για τα καλά στο χώμα.

O Αλέξανδρος τον κοίταξε για δευτερόλεπτα και μετά γύρισε για να δει τι συνέβαινε γύρω του. Σκληρή μάχη σώμα με σώμα.... Το οτι οι βαρβαροι υπερτερούσαν σε αριθμό, δεν βοηθούσε την κατάσταση. Ένας στρατιώτης προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα με δύο βαρβάρους και ένας άλλος έσπευσε σε βοήθεια. Ο καπνός απο τις φωτιές όλο και πύκνωνε και η έκβαση της μάχης ήταν αμφίβολη. Πιο πέρα ένας βάρβαρος μαχαίρωσε στη κοιλιά έναν στατιώτη βγάζοντας έναν βρυχυθμό, που μόνο ανθρώπινος δεν ήταν.

Μέσα στον πανικό της μάχης, ο Αλέξανδρος βρήκε τον στρατιώτη που αρχικά τον είχε ξυπνήσει  στη σκηνή του, του  φωνάζοντάς του για να ακουστεί: «Κάλυψέ με όσο θα ανεβαίνω το μικρό λόφο. Πρέπει να δω και να εκτιμήσω σύντομα το πεδίο μάχης απο πάνω, μήπως και τους περικυκλώσουμε με κάποιο τρόπο» !

«Εντάξει Αρχοντά μου !» αποκρίθηκε ο στρατιώτης και πήρε στάση μάχης κοιτώντας μια δεξιά και αρίστερα μια τον Αλέξανδρο που ανέβαινε τον μικρό λόφο.


Την ίδια ώρα ένας βάρβαρος με πυκνά γένια και περικεφαλαία με κέρατα,  πήγαινε τρέχοντας προς το μέρος του Αλέξανδρου αλλά ο στρατιώτης τον σταμάτησε χτυπώντας τον με την ασπίδα του και - σωριάζοντας τον κάτω – κράτησε το σπαθί με τα δύο του χέρια και έμπηξε τη λεπίδα βαθειά μέσα στο στόμα του βάρβαρου. Ο βάρβαρος, πνιγόταν στο ίδιο του το αίμα μέχρι που  έμεινε εκεί, με τα μάτια ανοιχτά.




Παράλληλα, ο Αλέξανδρος κατάφερε να ανέβει το μικρό λόφο. Μέσα σε λίγα λεπτά μπόρεσε να εκτιμήσει το πεδίο της μάχης. Εαν οι στρατιώτες του, παρότι ήταν λιγότεροι σε αριθμό, κατάφερναν να περάσουν απο την αλλη πλευρά της περιοχής αφήνοντας τους βαρβάρους να πιστεύουν οτι υποχωρούν, τότε θα μπορέσουν να τους μαζέψουν και να τους φέρουν σε απόσταση αναπνοής απο τους τοξότες και τους βαλλιστροφόρος. Οι τοξότες ήταν ενα μεγάλο ατού στη μάχη. Ήταν επιδέξιοι και αρκετά γρήγοροι αλλά ήταν δυστυχώς λίγοι. Οι βαλλιστροφόροι απο την άλλη, ήταν λιγότερο γρήγοροι – τους έπαιρνε χρόνο μέχρι να οπλίσουν ξανά – αλλά αρκετά εύστοχοι. Αυτός ο συνδυασμός όμως ίσως και να τους εξασφάλιζε μια μικρή νίκη. Θα σώζανε τουλάχιστον το χωριό.

Κι έτσι κι έγινε. Το σχέδιο τους πέτυχε. Οι βάρβαροι, βλέποντας τους στρατιώτες να τρέπονται σε φυγή, τους κυνήγησαν πέφτοντας στην παγίδα ! Ο ουρανός έγινε μαύρος απο τα τόξα που πέσανε με το σήμα του Αλέξανδρου.  Οι κραυγές των βαρβάρων αντηχούσαν παντού. Ένας βάρβαρος προσπαθούσε να βγάλει το τόξο απο το πόδι του, όταν άλλο ένα τόξο τρύπησε τη πλάτη του. Ένας άλλος σφάδαζε όταν ένα τόξο καρφώθηκε στο μάτι του....Οι μισοί πέθαναν, οι άλλοι μισοί κούτσαιναν και μερικοί τράπηκαν σε φυγή. «Βρείτε τον αρχηγό τους και πιάστε ομήρους όσους μπορείτε» ! πρόσταξε ο Αλέξανδρος. «Θα είναι ωραίο το θέαμα απόψε στο χωριό» φώναξε και οι στρατιώτες παραλληλούσαν στη ιδέα του λιτσαρίσματος ζητωκραυγάζοντας.

«Φανήκατε γεναίοι απόψε φίλοι μου.» απευθηνόμενος στους στρατιώτες που είχαν μαζευτεί γύρω του.  «Μπορέσαμε και σώσαμε το χωριό απο ολική καταστροφή παρότι ο εχθρός ήταν μεγαλύτερος σε αριθμό. Σήμερα φάτε, πιείτε, ξεκουραστείτε. Γιατί αύριο μας περιμένει δύσκολη ημέρα. Οι βάρβαροι δεν θα αφήσουν αυτό να περάσει έτσι. Θα ζητήσουν εκδίκιση και ΕΜΕΙΣ πρέπει να είμαστε εκεί για να τους αντιμετωπίσουμε. Σας ευχαριστώ για αυτή τη νίκη  !»

«Εμείς ευχαριστούμε άρχοντά μου... Βασιλιά μας» πετάχτηκε ένας στρατιώτης απο το πλήθος και ο Αλέξανδρος σάστισε στη λέξη. Ήταν ο ίδιος 17 χρονος στρατιώτης που τον ξύπνησε στη σκηνή, που τον κάλυψε στο λόφο. Και ήταν αυτός που τον αποκαλούσε «Βασιλιά μας». Ο Αλέξανδρος αισθάνθηκε άβολα, αλλά πριν προλάβει να πει οτιδήποτε οι στρατιώτες είχαν ήδη γονατίσει μπροστά του σε στάση υπόκλισης σχηματίζοντας ένα κύκλο, με τον Αλέξανδρο στη μέση.

Και τελικά σκέφτηκε οτι...δεν χρειαζόταν ούτε κόκκινα χαλιά, ούτε κοριτσάκια με καλαθάκια να πετάνε ροδοπέταλα στο διάβα του...ούτε επισημότητες για να στεφτεί Βασιλιάς. Αυτό που συνέβαινε εκείνη τη στιγμή, του αρκούσε για να αισθανθεί Βασιλιάς. Το μόνο που του έλειπε, ήταν ...εκείνη. Έφερε για αλλη μια φορά το πρόσωπό της στη σκέψη του...θα την συναντούσε μόλις όλα αυτά τελειώναν αλλά αυτό ήταν για αλλη μια φορά κάτι το οποίο ίσως αργούσε να πραγματοποιηθεί.

-ΤΕΛΟΣ -



Το πρώτο μέρος της ιστορίας: http://shmeioseto.blogspot.com/2012/01/t.html








.


























Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Tο όνειρο του Αλέξανδρου



Ήταν ενα ανοιξιάτικο πρωινό όταν οι σάλπιγγες ήχησαν στο ρυθμό της γιορτής,  


Εκείνος, περήφανος πάνω στο μαύρο αλογό του, συνοδεύμενος απο τους υπηκόους και τη φρουρά του, κάλπαζε αργά στη γέφυρα που τελείωνε στις πύλες του βασιλειου...του βασιλειου που θα γινόταν σε λίγες ώρες δικό του.


  Οι σιδερένειες  πύλες άνοιξαν αργά και το πλήθος που είχε συσσωρευτεί στην πόλη  άρχισε να παραλληρεί. Κρατώντας δάφνες στα χέρια φώναζαν το όνομά του ! Αλέξανδρε ! Αλέξανδρε ! Δυο μικρά κοριτσάκια με καλαθάκια στα χέρια έριχναν ροδοπέταλα στο πέρασμά του... Γυναίκες με παιδιά στην αγκαλιά τα ενθάρυναν να τον χαιρετίσουν, άνδρες προέτειναν τα χέρια τους για να τον αγγίξουν...λίγο πιο κάτω ζογκλέρ έκαναν τα ακροβατικά τους σε μια προσπάθεια να τον ευχαριστήσουν, οι πιο κοντοί ανέβαιναν στους ώμους των άλλων για να τον δουν καλύτερα...

  Και γιατί να μην το κάνουν άλλωστε ! Ο Αλέξανδρος ήταν χάρμα οφθαλμών μέσα στη σιδερένεια άσπρη στολή του. Λένε οτι η στολή αυτή ήταν λαξευμένη απο τον θεό Ήφαιστο τον ιδιο,  αντανακλούσε στον ήλιο τόσο που σε τύφλωνε. Ήταν τόσο καλή που κανένα ξίφος δεν μπορούσε να την διαπεράσει. Όσοι την φόραγαν, ένιωθαν αθάνατοι, όπως και ο Αλέξανδρος !  

  Μπαίνοντας πιο μέσα στην πόλη, έμειναν άφωνοι απο τα  μεγαλοπρεπή κτήρια  που δέσποζαν μπροστά τους ! Αγάλματα της Αθηνάς και της Αφροδίτης...του Δία και της Ήρας τόσο ζωντανά, που θαρρείς πως σου μιλούσαν με τη στάση του σώματός τους !

  Το αλογό του συνέχισε να καλπάζει με περηφάνεια πάνω στο κόκκινο χαλί  και ο Αλέξανδρος φάνταζε ακόμα πιο όμορφος πάνω σε αυτό. Οι πυρόξανθες μπούκλες του έχασκαν λίγο απο την περικεφαλαία, τα γαλάζια του μάτια. το διαπεραστικό βλέμμα και η κορμοστασιά πρόσδιδαν άλλο αέρα...τον αέρα ενός πραγματικού βασιλιά. Ενός βασιλιά που ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει τα πάντα....ή σχεδόν τα πάντα.

  Ο πόλεμος με τους βαρβάρους μαίνονταν και η πόλη, όσο δεν είχε τον κατάλληλο στρατό,  κινδύνευε ! Αλλά...αυτό ήταν κάτι που θα πρέπει να σκεφτεί αργότερα. Προς το παρόν το βλέμμα του ήταν εστιασμένο σε εκείνη....Εκείνη που τον περίμενε καρτερικά στο τέλος του κόκκινου χαλιού, στα σκαλιά του παλατιού. Ήταν πανέμορφη μέσα στο μπορντώ βελούδινο φόρεμά της. Τα μαύρα της  μαλλιά ήταν λυτά και το λιγοστό  αεράκι τα έπαιρνε καλύπτοντας για λίγο το πρόσωπό της.  Με μια απαλή κίνηση του χεριού της τα απομάκρυνε και παρέμεινε χαμογελαστή όση ώρα την πλησίαζε απο μακρυά ο Αλέξανδρος.  Εκείνος κάρφωσε για αλλη μια φορά το βλέμμα του επάνω της....ξυπόλητα παιδιά έτρεχαν κατα μήκος του αλόγου προεκτείνοντας το χέρι τους αλλα δεν τους έδωσε σημασία. Είχε μείνει άλλαλος απο την ομορφιά της. Έφθασε στα σκαλοπάτια. Ξεπέζεψε και μαζί του ξεπέζεψαν και οι υπήκοοί του. Το πλήθος συνέχιζε το παραλληρημα....»Αλέξανδρος ! Αλεξανδρος» φωνάζανε !  Με αργά βήματα  ανέβηκε τα σκαλοπάτια, μη παίρνοντας το βλέμμα του απο πάνω της. Δεν μπορούσε να μη προσέξει τα στήθη της που ανεβοκατέβαιναν, ήταν σίγουρος οτι είχε και εκείνη  άγχος. Την πλησίασε και.......

  Ένα συνεφακι δημιουργήθηκε ξαφνικά μπροστά στα μάτια του.....μια φωνή ανδρική του φώναζε και τον σκουντούσε  «Άρχοντα΄μου ! Άρχοντά μου ! Ξυπνήστε  ! Δεχόμαστε επίθεση» !  Του πήρε λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να ανοίξει τα μάτια του.
Απο πάνω του ένας στρατιώτης, ήταν δεν ήταν 17 χρονών του φώναζε και τον σκουντούσε. «Δεχόμαστε επίθεση ! Αρχοντά μου ! Ξυπνήστε ! »  Ανοιγόκλεισε τα μάτια του ξαφνιασμένος. Ανακάθισε στη θέση του και κοίταξε τριγύρω του. Ήταν στην σκηνή του. Όλα αυτά ήταν απλά...ένα όνειρό. Απ'έξω οι φωνές των γυναικών και η κλαγγή των σπαθιών τον επανέφεραν στην πραγματικότητα ! Σηκώθηκε γρήγορα απο τη θέση του. Ο στρατιώτης τον κοίταζε με τον φόβο ζωγραφισμένο στο βλέμμα του. Ο Αλέξανδρος βγήκε απο τη σκηνή μόνο και μόνο για να αντικρύσει ενα χάος ! Γυναικόπαιδα έτρεχαν πανικόβλητα για να σωθούν απο την επιδρομή, άνδρες με τσεκούρια και τσουγκράνες στα χέρια προσπαθούσαν μάταια να προστατεύσουν τις οικογένειες τους.  Βάρβαροι, πάνω στα άλογα έβαζαν φωτιές σε αχυρώνες  και σπιτια . Ο Αλέξανδρος είχε μείνει στήλη άλατος ! «Άρχοντά μου !» Φώναξε με στόμφο  ο στρατιώτης, που είχε καταλάβει τον πανικό του κυρίου του και προσπάθησε να τον συνεφέρει.  «Αναμένουμε εντολές» ! 

«Ο βασιλιάς» ; ρώτησε με απορρημένος ο Αλέξανδρος. « Για ποιο λόγο δεν έχει σημάνει ακόμα συναγερμό»   ;

«Εεεε....λυπάμαι...» ο στρατιώτης κατέβασε το κεφάλι, «είναι ήδη νεκρός»

Εκείνη τη στιγμή ο Αλέξανδρος κατάλαβε οτι το όνειρο που είδε...θα αργήσει πολύ να πραγματοποιηθεί !

(Συνεχίζεται)