Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΣΤΕΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΣΤΕΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

ΕΠΙΒΙΩΣΗ

Περπατάω στη Σταδίου, βλέπω τον γνωστό άστεγο.  Κάθετε ανακούρκουδα πάνω σε ένα καρτόνι απο κούτα....μάταιη προσπάθεια για λίγη ζέστη μέσα στο καταχείμωνο !

"Αδερφέ "! Του λέω και σηκώνει το ταλαιπωρημένο του βλέμμα. Τα μακριά του μαλλιά καλυπταν μεγάλο μέρος του προσώπου του...η γεννιάδα του δεν βοηθούσε στο να καταλάβω πόσο χρονών ήταν. Αλλά...τι σημασία είχε ? Σημασια είχε οτι ήταν ένας απο τους 1.000,000 άστεγους της Αθήνας...οτι δεν ειχε να φαει. "Αδερφέ, φαι έχεις ? " τον ρωτάω κουνότας το χέρι μου μπροστά απο το στόμα μου δυο - τρεις φορές. Δεν ξέρω γιατι το έκανα αυτο....λες και νόμιζα οτι δεν με άκουσε...ή ακόμα χειρότερα οτι δεν καταλαβε.....

"Οχι" μου λεει με κουρασμένη φωνή και κουνάει προς τα πάνω το κεφάλι του.
"Κάτσε εδώ...να σου φέρω" του λέω και επιστρέφω με μια σακούλα.
Σκύβω και του εκτείνω τη σακούλα με το φαγητό.....με κοιτάει πάλι με αυτα τα πράσσινα μάτια του και μένω για λίγο.  Το βλέμμα του για αλλη μια φορά διαπεραστικό !
Δεν προλαβαίνει να μου πει κατι  όταν απο μακρυά ακούω φασαρίες. Ο θόρυβος απο τα παπούτσια ατόμων που τρέχουν.....φωνές...βρισιές.....Σαστίζω ! "παλι τα ίδια" σκέφτηκα ! Πάλι επεισόδια στο κεντρο !

Κοιτάω τον άστεγο με τον φόβο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό μου ! Στο χέρι μου κρατάω ακόμα τη σακούλα με το φαγητό ! Ο άστεγος κοιτάει προς τη μεριά που γίνονται οι φασαρίες. Οι φωνές τώρα έρχονται πιο κοντά στο μέρος μας.

"Φύγε ! ΤΡΕΧΑ ! " μου φωνάζει αλλά εχω μείνει στύλη αλατος ! Δεν μπορώ να κουνηθώ ! Λες και κάποιος με κράταγε γερά στη Γη για να μη φύγω.

Πριν το καταλάβω ενα πλήθος κόσμου κατεβηκε και μας είχε περικυκλώσει. Οι περισσότεροι ρακενδιτοι...με βρώμικα πρόσωπα, σκαμμένα...στο βλέμμα τους μόνο η οργή. ΟΡΓΗ και ΠΕΊΝΑ. Για όλα. Γενικά!

Μας πλησιάζει ενας με ενα σκουπόξυλο....βλέπει τη σακούλα, καταλαβαίνει οτι ειναι φαγητό και ξεκινάει να ορμήσει ! Ο άστεγος σηκώνεται απο τη θέση του και ο άνδρας ανεβάζει το σκουπόξυλο πανω απο το κεφάλι του "φερε τη σακούλα μωρή πουτάνα μη σε γαμήσω" φωνάζει !

Έχω χεστει επάνω μου ! Δεν υπάρχει τιποτα χειροτερο απο εναν άνθρωπο που πεινάει !  Κάνω δυο βήματα πίσω. Ξαφνιακά ο άστεγος μπαινει μπροστά του "Άστην ήσυχη. Δεν φταίει σε τίποτα ! Να το μοιραστούμε το φαγητο ! " του φωνάζει αλλά μάταια.  Ο τύπος με το σκουπόξυλο τον ρίχνει κάτω. Ο άστεγος πέφτει αλλά γυριζει το σώμα του προς τη μεριά μου "ΤΡΕΧΑ ΣΟΥ ΕΙΠΑ ! ΦΥΓΕ !"

 Εμεινα για δευτερόλεπτα να τον κοιτάω...δεν μπρορούσα να κανω τίποτα.

Έτρεχα....έτρεχα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Κρύφτηκα πίσω απο μια κολόνα. Άκουγα τα ουρλιαχτά του, τον θόρυβο που έκανε το σκουπόξυλο στο σώμα του. Σύντομα ήρθαν και αλλοι...και αρχισαν και αυτοι να τον χτυπούν ανελεειτα. "Δεν έχουμε να μοιρασθούμε τίποτα παλιομαλάκα ! " του φώναζαν και συνέχιζαν να τον χτυπούν και αυτός συνέχιζε να φωνάζει !

Ακούμπησα το κεφάλι μου στην κολώνα...δάκρυα έτρεχαν στο μαγουλό μου. Έκλεισα το στόμα μου με τα χέρια μου για να μην ακουστώ...να μην ακουστεί η κραυγή μου ! Μόνο εγώ μπορούσα να ακούσω το κλάμα μου. Ήθελα να φωνάξω ! Ήθελα να τσιρίξω ! Να τον βοηθησω....αλλά ματαια. Εμεινα εκει....στην κολώνα να τον ακούω να σφαδάζει στους πόνους. Τα ουρλιαχτά του μου τρυπούσαν τα αυτιά ! Αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.

ΕΠΙΒΙΩΣΗ. Μόνο αυτό ειχε απομείνει στην Ελλάδα του 2013 !


Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

"Ε-Ε-Eλένη"

  Ήταν ενα ακόμα απόγευμα στο Σύνταγμα. Το κρύο περόνιαζε και οι περαστικοί στη πλατεια Συντάγματος έτρεχαν όπως πάντα. Να προλάβουν.... να ξεφύγουν....
Άλλοι  έτριβαν τα χέρια τους για να ζεσταθούν, άλλοι σήκωναν το γιακά απο το παλτό τους.  Άνθρωποι που στο βλέμμα τους κυριαρχούσε η ανησυχία &  η αβεβαιότητα δεν έδιναν την παραμικρή σημασία στον άστεγο που ήταν ξαπλωμένος στο δάπεδο δίπλα απο τη στάση του Μετρό. ΄

Κουρελιασμένα ρούχα, γκρίζα μαλλιά, μεγάλο μούσι , πρόσωπο σκαμμένο, χέρια κατακκόκινα απο την παγωνιά. Δίπλα του, ένας σκύλος και δύο κονσέρβες - για τον σκύλο φυσικά.

  Του πηγαίνω μια κονσέρβα, μια σακούλα με φαγητό απο τα Mac Donalds και μια κουβέρτα. Τον σκεπάζω.  Βάζοντάς του την κουβέρτα, ο ίδιος χωρίς να ανοίξει τα μάτια του την τράβηξε με το χέρι του μέχρι το λαιμό του..."ωραία, μαλλον θα ζεστάθηκε" σκέφτομαι και κάνω να φύγω, μη με δει...δεν ήθελα να με δει. . Δεν προλαβαίνω να κάνω βήμα όταν τον ακούω να μουρμουράει κάτι. Σταματάω απότομα, γυρίζω και τον κοιτάω, ο ίδιος συνεχίζει να μουρμουράει κάτι ακαταλαβήστικό. Φαντάζομαι οτι μπορεί να χρειάζεται ιατρική βοήθεια και παρότι κατι μέσα μου μου λέει να φύγω, πηγαίνω κοντά του
"Είστε καλά ? Χρειάζεστε γιατρό ? "

 Με δυσκολία και με φωνή που ίσα που έβγαινε  "Ε...Ε...Ελένη....Ε-Ελένη καρδιά μου...εσύ  είσαι "? γυρίζει και δυο μπλε υγρά ματια με καρφώνουν. Νόμιζε οτι είμουν η ....Ελένη του ! Η καρδιά του !

  Ξαφνιάστηκα ! Τινάχτηκα λες και με έχει χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα. Κάνω δυο βήματα πίσω, σμίγω τα χείλη σε μια προσπάθεια να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Μάταια.  Γυρίζω το βλέμμα και τρέχω...τρέχω τόσο γρήγορα που τα δάκρυα κόντευαν να γίνουν πάγος στο μάγουλό μου. Ανεβαίνω τα σκαλιά της πλατείας Συντάγματος. Μπροστά μου,  η Βουλή ! Σηκώνω το βλέμμα στο κτήριο και δεν μπορώ να μη κάνω το συνειρμό. Δεν μπορώ να μη σκεφτώ οτι αυτόν τον άνθρωπο τον έφερε σε αυτό το σημείο οι 300 της Βουλής.  "Γαμώ τα υπουργεία σας " ! φωνάζω και μερικοί με κοιτάνε "τρελλή θα 'ναι" θα σκέφτονται. Αλλά δεν με ένοιαζε.

"Ελένη, καρδιά μου" τα λόγια του άστεγου αντηχούσαν στα αυτιά μου ! Το βλέμμα του είχε καρφωθεί στη μνήμη μου για τα καλά. Δύο μπλέ υγρά μάτια που έψαχναν... την Ελένη τους.


Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

Ο ΑΣΤΕΓΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΠΑΪΚ, ΜΙΑ ΓΛΥΚΙΑ ΦΙΛΙΑ




Καθισμένος στο πεζούλι, ρακένδιτος, με το κεφάλι σκυφτό.

 Όλοι περνούσαν...τον προσπερνούσαν.

 Προσπερνούσαν αυτόν στον οποίο δεν ήθελαν να μοιασουν. Δεν ήθελαν να καταντήσουν σαν αυτόν. Είχαν ψιλά επάνω τους. Αυτό είναι σίγουρο. Αλλά δεν του τα έδιναν.

 Όσοι του δίνανε είτε το κάνανε κοιτάζοντας δεξιά αριστερά προκειμένου να τους δει κάποιος οτι κάνουν μια καλή πράξη, για το ΕΓΩ τους και μόνο.  Είτε το κάνανε στα γρήγορα και επιτάχυναν. «Μη προλάβει να με κοιτάξει, δεν θέλω» σκεφτόντουσαν.

Άλλοι πάλι σταματούσαν λόγω του φίλου του. Του πιο πιστού του φίλου. Του σκύλου του.   «Τι γλυκό !» «Αχουτό μου» ήταν το μόνο που έλεγαν. Το χέρι στη τσέπη δεν το έβαζαν.


Το σχήμα της σακούλας στα δεξιά του πρόδιδε οτι ήταν μπουκάλι .Σίγουρα όχι νερού.  Έψαχνε τις τσέπες του, σε μια προσπάθεια να βρει έστω κι ένα τσιγάρο. Μάταια !

«Φιλαράκι. Έχεις ένα τσιγάρο? Σε παρακαλώ»

«Άντε απ’δω ρε αλήτη που θες και τσιγάρο ! Τράβα κάνε ένα μπάνιο ρε μαλάκα» ήταν – στη καλύτερη των περιπτώσεων – η απάντηση που έπαιρνε και γυρνούσε στο πόστο του. Εκεί στη πλατεία. Σε εκείνη την πλατεία που έκανε περατζάδα η μισή Αθήνα.


Δε λες που είχε και τον Σπαϊκ ! Ναι...Σπαϊκ τον φώναζε. Σίγουρα όχι και τόσο πρωτότυπο όνομα. Αλλά δεν ήξερε πως αλλιώς να τον φωνάξει. Αυτό είχε ακούσει. Αυτό ήξερε.


Άλλη μια ημέρα στους δρόμους. Είχε συνηθίσει πια. Τη βροχή, το κρύο, τη μπόχα απο το σώμα του, τα ίδια του περιτώματα.

Αλλά την ΠΕΙΝΑ και το στομάχι του που χοροπηδούσε ...αυτό δεν το συνήθιζε ποτέ ! Θα ήταν τυχερός εαν έβρισκε λίγο φαγητό στα σισίτια. Αλλά και εκεί ήταν τόσοι πολλοί αυτοί που πεινάγανε – και κάποιοοι που δεν πεινάγανε τόσο – που δεν έμενε και πολύ φαγητό.

Και ήταν και ο Σπαϊκ ! Έπρεπε να βρει φαγητό και για αυτόν. Τον είχε έγνοια. Πάντα κρατούσε κάτι και για εκείνον. Άλλωστε ήταν ο πιστός του φίλος. Ο μοναδικός του φίλος. Τώρα που το σκεφτόταν...δεν μπορούσε να θυμιθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε έναν φίλο – άνθρωπο. Πρέπει να ήταν πριν πολύ καιρό. Άλλωστε τώρα ήταν...40 – 45 ή 50 ετών ? Ούτε που θυμόταν. Τι σημασία είχε άλλωστε !

«Έλα φίλε μου !Φάε ! Κοτόπουλο. Το αγαπημένο σου» του εκτείνει το κεσεδάκι. Ο Σπαϊκ βγάζει τη γλώσσα, κουνάει την ουρά χαρούμενα και πέφτει με τα μούτρα στο φαγητό. Μετά αποκοιμιέται με το αφεντικό του...εκεί στην  κούτα δίπλα απο αυτόν. Δεν δεχόταν την κουβέρτα παρά τις προτροπές του αφεντικού του. Άλλωστε μόνο μια είχαν.

 Πέρασαν οι μέρες....τα χρόνια... «Αααχ γεράσαμε φίλε μου ! Γεράσαμε και χαϊρι δεν είδαμε. Και εσύ σαν να γκρίζαρες περισσότερο ή μου φαίνετε ? Αχ Σπαίκ !  Ο κόσμος αλλάζει και αλλάζει ραγδαία.....εμείς μόνο παραμένουμε ίδιοι.  Παράσιτα μας φωνάζουν...το αντιλαμβάνεσαι !»  Πίνει μια γουλιά απο το μπουκάλι του.  Ο Σπαίκ τον κοιτάζει στα μάτια. «Άκου παράσιτα ! Εμείς...εμείς που δεν ενοχλούμε ποτέ κανέναν. Παρα μόνο καθόμαστε σε μια γωνιά για δυό ψωροδεκάρες...και αν τις πάρουμε και αυτές ! Ακου παράσιτα !»  Κάθετε ανακούρκουδα με τα χέρια του γύρω απο το σώμα του...κρυώνει. «Πω πω...πως θα περάσει αυτός ο χειμώνας ρε Σπαϊκ ? Λένε οτι θα είναι απο τους πιο δύσκολους ! Και δε το βλέπω να μας δέχονται στο σπίτι αστέγων ! Χαμός γίνετε εκεί. Όλο και μεγαλώνει η λίστα με τους αστέγους !»

 Οι μέρες κυλούσαν αργά...δύσκολα. Ο χειμώνας μπήκε για τα καλά. Κρύο, βροχή...χιονόνερο ! «Μα καλα ! Τόσα χρόνια έχει να χιονίσει στην Αττική ! Τώρα βρήκε !  Αλλα...» βάζει το χέρι του στο πιγούνι του... «τώρα που το σκέφτομαι..όποια χρονιά κι αν έριχνε χιόνι, δεν θα άλλαζε τίποτα. Εγώ θα συνέχιζα να είμαι στο δρόμο, να σέρνω το γερασμένο κορμί μου απο το ένα παγκάκι στο άλλο, να ζητιανέυω με μικρή ανταπόκριση  και...» η ψυχολογία του αλλάζει καθώς κοιτάει τον Σπαϊκ να κοιμάτε δίπλα του. «Τουλάχιστον έχω τον Σπαϊκ. Τον φίλο μου. Τον μοναδικό μου φίλο.  Πόσα χρόνια περάσαμε μαζί ! Πόσα βάσανα. Τι κακουχίες.

Ε, Σπαϊκ !» χαϊδευει την κοιλιά του, ο Σπαϊκ ξυπνάει.  «Θυμάσε τότε που έκλεψα το κουλούρι απο εκείνο το παιδάκι ? Και με το που άρχισε να κλαίει ρίξαμε ΜΙΑ τρεχάλα ! Ουουουου ! Ακόμα τη θυμάμαι ! Δε βαρίεσαι ρε Σπαίκ.» πίνει λίγο απο το μπουκάλι του. «Ας έχουμε τουλάχιστον να θυμόμαστε κάποιες καλές στιγμές»  Ο Σπαίκ τον κοιτάει και αρχίζει να του γλείφει το πρόσωπο. «Έλα..ελα...θέλεις να παίξουμε ετσι ? Είμαι πολύ γέρος για παιγνίδια, εσύ απο οτι φαίνεται δεν θα μεγαλώσεις ποτε.» Ο Σπαικ συνεχίζει να βάζει τα πόδια του επάνω του και να τον μυρίζει... «Εεεε δε τρώγεσαι ! Έλα να δούμε λοιπόν ποιος είναι πιο γέρος!» Ο άστεγος σηκώνετε απο το πεζοδρόμιο «πιάσε με αν μπορείς» φωνάζει στον Σπαικ.

Ο Σπαικ κουνάει την ουρά του, είχε καταλάβει οτι το αφεντικό του είχε όρεξη για παιγνίδια !  Ο άστεγος ξεκινάει να τρέχει με τον Σπαικ να τον κυνηγάει...έτρεχαν..μέχρι που χάθηκαν ανάμεσα στις σκιές !