Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

O ΣΚΟΡΠΙΟΣ ΚΑΙ Η ΧΕΛΩΝΑ

Κάποτε στην άκρη ενός ποταμού στεκόταν ένας σκορπιός.Ήθελε να περάσει στην απέναντι όχθη αλλά τα νερά ήταν ορμητικά και το βάθος του ποταμού μεγάλο.Κάποια στιγμή το βλέμμα του πέφτει σε μία χελώνα που στεκόταν μερικά μέτρα παρακάτω,την πλησιάζει και της λέει:"Καλημέρα χελώνα,θέλω να περάσω στην απέναντι όχθη του ποταμού,θα μπορούσες να με μεταφέρεις πάνω στο καβούκι σου και να με περάσεις απέναντι?Γνωρίζω πως είσαι δεινή κολυμβήτρια και και δε σε τρομάζουν τα ορμητικά νερά του ποταμού".Η χελώνα γυρίζει και τον παρατηρεί προσεχτικά.
"Μα είσαι σκορπιός",του απαντάει...

"Πως θα μπορούσα να σε εμπιστευτώ και να σε κουβαλήσω στο καβούκι μου αφού με ένα κέντρισμά σου θα μπορούσες να με σκοτώσεις",συνεχίζει."Μα θα ήμουν ανόητος αν το έκανα αυτό καθώς τότε θα πνιγόμασταν και οι δύο δεδομένου πως δε γνωρίζω καλό κολύμπι" απαντάει ο σκορπιός.Για μερικές στιγμές η χελώνα παραμένει σιωπηλή καθώς συλλογίζεται τα λόγια του σκορπιού."Σα να έχεις δίκιο σκορπιέ" απαντάει τελικά η χελώνα και βάζοντάς τον πάνω στο καβούκι της αρχίζει να κολυμπά στα νερά του ποταμού ώστε να τον εξυπηρετήσει.Βρίσκονται περίπου στα μισά της διαδρομής όταν η χελώνα νιώθει ένα κέντρισμα στη βάση του λαιμού της ...σχεδόν αμέσως ένας πόνος σαν κάψιμο αρχίζει να πλημμυρίζει το σώμα της για να ακολουθήσει ένα σταδιακό μούδιασμα κάνοντας τις κινήσεις της ολοένα και πιο αργές....Γυρνάει το κεφάλι της σιγά-σιγά για να αντικρίσει το σκορπιό.."Γιατί το έκανες αυτό...?",το ρωτάει ενώ τα ορμητικά νερά αρχίζουν να καταπίνουν και τους δύο..."Τώρα θα πεθάνουμε και οι δύο..γιατί μας καταδίκασες σε θάνατο..?"..."Μα επειδή έτσι είναι η φύση μου...",απαντάει χωρίς μεταμέλεια ο σκορπιός.

Hθικό δίδαγμά : μην εμπιστεύεστε τόσο εύκολα τους ανθρώπους !

DRAGONRIDER - Ο ΔΡΌΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ

   "Εμπιστέψου με ! Μη φοβάσαι. Μπορείς να στηρίζεσαι επάνω μου. Σκαρφάλωσε στη ράχη μου...έλα" !
μου είπε και έβαλα δισταχτικά το χέρι μου στη ράχη του. Ένα ρήγος διαπέρασε το σώμα μου καθώς χαϊδευα  το τραχύ του δέρμα με τα ακροδάχτυλά μου.
"Μη φοβάσαι" μου ξαναείπε ο Falcor με βαρυά φωνή. Ήταν μεγάλος σε ηλικία αλλά είχε ζήσει πολλά και έμαθε να εμπιστεύεται το είδος μου..κατά περίεργο τρόπο άνθρωποι και δράκοι μπορούσαν να συνυπάρξουν αρμονικά στην πόλη ετούτη. Οι εχθροί μας ήταν πολλοί...οι πολιορκίες άλλες τόσες...δεν θα μπορούσαμε να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας. Χωρίς την βοήθειά τους θα είχαμε γίνει σκόνη. Τώρα όμως θα ζητούσα και τη βοήθεια ενός πρίγκυπα. Σε μια άλλη μακρυνή πόλη. Μια συμφωνία των δύο πόλεων θα μας έκανε πιο δυνατούς στις επερχόμενες μάχες. Είμασταν λίγοι και οι περισσότεροι απο εμάς απλά βοσκοί. Έτσι, ξεκίνησα το ταξίδι για να συναντήσω και να πείσω αυτόν που θα μας έδινε μια χείρα βοηθείας. Είχα άγχος...δεν ήξερα ούτε τι να πω..ούτε πως να συμπεριφερθώ...δεδομένης και της κατάστασής μου. Δεν ήθελα όμως να με λυπηθεί. Θα έβαζα τα δυνατά μου για να τον πείσω με το μυαλό μου. Και όχι με το παρουσιαστικό μου.

  "Ελα ! Ανέβα! Πιάσου απο τον λαιμό μου και σιγα σιγά ανέβα ! "  μου ξαναείπε και βγήκα απο την ονειροπόλησή μου. Άγγιζα και πάλι το δέρμα του σε μια προσπάθεια να καταλάβω που ακριβώς έπρεπε να ανέβω. Μόλις βρήκα το λαιμό του έδωσα ώθηση και  σκαρφάλωσα δισταχτικά στην ράχη του. 'Μήπως τον πονούσα ; Mήπως είμουν πολύ βαριά" ; Αυτές οι ερωτήσεις έρχονταν στο μυαλό μου στη προσπάθειά μου να ισορροπήσω...."Κατέβα λίγο. Εκεί θα είσα μια χαρά μικρή μου" μου είπε και ένιωσα καλύτερα. "Μικρή μου" χμ...πάντα έτσι με φώναζε, δεν εννοούσε να καταλάβει οτι πια είμουν μια δεσποινίς ! Η φωνή του παρ'όλα αυτά ήταν ήρεμη και αυτό μου έδινε σιγουριά.  

  "Έτοιμη ; " με ρώτησε. "Νομίζω" απάντησα "Κρατήσου γερά" μου είπε και άκουσα τα φτερά του να σκίζουν τον άνεμο καθώς ανοιγόκλειναν...μια περίεργη αίσθηση είχα στο στομάχι καθώς ανεβαίναμε όλο και πιο ψηλά. Επιταχύναμε και ο άνεμος μου έπαιρνε πίσω τα μαλλιά, ένιωθα να ανεβοκατεβαίνω πάνω στη ράχη του,  ίσως να μην είχα πιαστεί καλα όταν με ρώτησε: 'Είσαι έτοιμη να πάμε πιο γρήγορα" ;
"Δεν ξέρω...φοβάμαι....είναι που δεν...." δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω την πρότασή μου όταν σκίζαμε τον ούρανο και δάκρυα έτρεχαν στο μάγουλό μου...δεν ξέρω εαν ήταν απο τον άνεμο ή απο τη συγκίνησή μου !
"Τώρα περνάμε πάνω απο την Λίλιθ. Λένε οτι είναι η πόλη των δαιμόνων. Πρέπει να προσέχουμε αρκετά....σε λίγο θα περάσουμε απο την Γκουντλίν την πόλη των ξωτικών..." Ο Falcor μου περιέγραφε την έκπληξη στα μάτια των χωρικών όταν περνάγαμε πάνω απο την πόλη τους...Πετάγαμε αρκετή ώρα...δεν ξέρω πόση. Είχα χάσει κάθε αίσθηση του χρόνου.  Το σκοτάδι δεν με βοηθούσε άλλωστε.

  "Τώρα φθάνουμε ! Να το ! Το κάστρο των Γιόρκ ! Εκεί είναι και ο πρύγκυπας ! Κρατήσου γερά !  Kατεβαίνουμε ! "
"Κατεβαίνουμε ? Πού' ? κρατήθηκα οσο πιο σφιχτά μπορούσα. Γλίστραγα καθώς το σώμα μου είχε πάρει μια κατηφορική στάση. Ο Falcor επιτάχυνε και τώρα ένιωθα ακόμα πιο έντονα τον ψυχρό άνεμο στο πρόσωπό μου, έκλεισα σφιχτά τα μάτια (δεν κατάλαβα γιατί το έκανα αυτό ακριβώς) ακούμπισα το κεφάλι μου στο σώμα του η έλξη της γης μας έπαιρνε όλο και πιο κάτω μέχρι που άκουσα και παλι τα φτερά του Falcor και ο άνεμος πια δεν μου μαστίγωνε το πρόσωπο.

  Είχαμε φθάσει. Στο κάστρο. Όπως μου υποσχέθηκε οτι θα με πάει ο Falcor. Στο κάστρο του πρίγκυπα.Πήρα μια βαθειά ανάσα και κατέβηκα απο τη ράχη του.
"Θα έρθω μαζί σου. Δεν θα σε αφήσω μόνη σε αυτό" μου είπε.
"Με έφερες μέχρι εδώ φίλε μου και σε ευχαριστώ. Αλλά δεν θέλω να σε βάλω σε μπελάδες. Δεν ξέρω εαν επιτρέπουν δράκους μέσα στο κάστρο. Μπορείς να κάτσεις εδώ και να με περιμένεις, άλλωστε θα πρέπει να γυρίσουμε πίσω. Πρέπει όμως πρώτα να μιλήσω με τον πρίγκυπα. Πρέπει να τον πείσω να μας βοηθήσει. Μόνο βρές μου ένα κλαδί, ενα χοντρό κλαδί για μαγκούρα. Θα το χρειασθώ για να φθάσω έως εκεί".
"Είσαι σίγουρη? Φοβάμαι να σε αφήσω μόνη...."
"Μην ανησυχείς τόσο. Τόσα χρόνια στο σκοτάδι έχω μάθει να προσέχω τον εαυτό μου. Ευχήσου μόνο να πείσω τον πρίγκυπα να μας βοηθήσει'
Ο Falcor ξεφύσυξε.  Δεν του άρεσε η ιδέα να με αφήσει μόνη αλλά δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς. Ήξερα οτι θα με παρακολουθούσε απο μακρυά, κρυφά.
"Καλή επιτυχία μικρή.  Εαν χρειασθείς κάτι,  να φωνάξεις και θα έρθω αμέσως"
"Εντάξει..εντάααξει" έφερε το πρόσωπό του κοντά στο δικό μου. Πέρασα το χέρι μου κάτω απο το λαιμό του και τον αγκάλιασα. 'Σε ευχαριστώ και πάλι φίλε μου.
 Θα έρθω σύντομα. Μην ανησυχείς"

   Διέσχισα  με αργές κινήσεις τη κρεμαστή γέφυρα. Βοηθός μου το κλαδί που μου βρήκε ο Falcor.
"Αλτ. Που νομίζεις οτι πας" με ρώτησε με τραχειά φωνή ο φρουρός. Ταράχτηκα για μια στιγμή. Οχι δεν επρεπε να το βάλω κάτω. Όχι τώρα ! Τοσο δρόμο έκανα για να φθάσω έως εδώ. Μάζεψα τα κουράγια μου και απάντησα.
"Έρχομαι απο μακρυά. Ζητάω να δω τον πρίγκυπα...η πόλη μου κινδυνεύει και...." τον ειρμό μου διέκοπε ο θόρυβος απο την πόρτα που έτριζε. Ένα αεράκι μου δρόσισε το πρόσωπο...σάστισα καθώς δεν μπορούσα να αντιληφθώ εαν η πόρτα άνοιξε για να περάσω εγώ ή για να βγεί απο το κάστρο κάποιος άλλος, μέχρι που άκουσα τις οπλές ενός αλόγου.  
Σήκωσα το πρόσωπό μου ακουλουθώντας τον ήχο που έκανε το χλιμύντρισμα του .  Ο ήλιος μου έτσουξε τα μάτια παρά το πανί που είχα βάλει γύρω απο το κεφάλι μου για να τα σκεπάζω.  Το άλογο πλησιάσε περίσσότερο, τόσο ώστε να καλύψει τον ήλιο και να  δημιουργήσει  μια σκιά που με ανακούφισε για λίγο.
"Απο που έρχεσαι ? Τι  ζητάς ?"  η ήρεμη φωνή ερχόταν απο τον καβαλάρη του αλόγου.  "Πρίγκυπά μου η κοπέλα έχασε το δρόμο της προφανώς. Δεν την βλέπετε πως είναι?" πετάχτηκε με κακία ο φρουρός ! ¨"Πρίγκυπά μου" σκέφτηκα ! Ο πρίγκυπας ! Αυτός είναι ! Τώρα ήταν η ευκαιρία μου ! Τώρα έπρεπε να του μιλήσω ! Τώρα που...Tη σκέψη μου διέκοψε μια άλλη φωνή.



Αυτή μιας γυναίκας. "Τι συμβαίνει παιδί μου ! Ποια είναι αυτή που τολμάει να διακόψει τη βολτα μας" ? ρώτησε με στριγγή φωνή. Τότε ήταν που κατάλαβα οτι τα πράγματα δεν θα ήταν τόσο εύκολα όσο φανταζόμουν.

(συνεχίζεται)

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

TO KOΡΑΚΙ


Είχα διαβάσει κάποτε ότι τα κοράκια δεν αφήνουν ένα άλλο κοράκι να πεθάνει μόνο του.
Εαν πεθάνει ένα, τότε έρχονται και άλλα και στέκονται δίπλα του για συμπαράσταση.

Η εικόνα κορακιών να πέφτουν το ένα μετά το άλλο απο τα πυρά ενός ανθρώπου έρχεται και ξανά έρχεται στο μυαλό μου....

Το κοράκι ήταν πάντα συνημασμένο με το "κακό". Λίγο τα θρίλερ στην τηλεόραση, λίγο το μαύρο του χρώμα, λίγο το ποιήμα του Πόε...ε, δε θέλει και πολύ ο άνθρωπος για να πλάσει ιστορίες τρόμου με το μυαλό του. Ωστόσο θεωρώ οτι είναι απο τα παρεξηγημένα πουλιά, καθώς παρά το παρουσιαστικό του δείχνει την ευαισθησία του για το είδος του. Κάτι το οποιο οι άνθρωποι δεν θα κάνουν ποτε !


Τελικά οι άνθρωποι έχουν να μάθουν πολλά απο ενα παρεξηγημένο πουλί σαν το κοράκι !



Απο την άλλη ο Πόε δείνει μια άλλη εκδοχή:

Τhe raven Ελγκαρ Άλαν Πόε

"Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
`'Tis some visitor,' I muttered, `tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more.'

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels named Lenore -
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
`'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
This it is, and nothing more,'

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
`Sir,' said I, `or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before;
But the silence was unbroken, and the darkness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, `Lenore!'
This I whispered, and an echo murmured back the word, `Lenore!'
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
`Surely,' said I, `surely that is something at my window lattice;
Let me see then, what thereat is, and this mystery explore -
Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
'Tis the wind and nothing more!'

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door -
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door -
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
`Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, `art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning - little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door -
Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
With such name as `Nevermore.'

But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered -
Till I scarcely more than muttered `Other friends have flown before -
On the morrow he will leave me, as my hopes have flown before.'
Then the bird said, `Nevermore.'

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
`Doubtless,' said I, `what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
Of "Never-nevermore."'

But the raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking `Nevermore.'

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er,
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
`Wretch,' I cried, `thy God hath lent thee - by these angels he has sent thee
Respite - respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels named Lenore -
Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels named Lenore?'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
`Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted - nevermore"!

http://el.wikipedia.org/wiki/Το_Κοράκι

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Το shmeioseto σας ευχεται Χρόνια Πολλά

To shmeioseto σας ευχαριστεί για την υποστήριξή σας και σας εύχετε Καλά Χριστούγεννα.

   Διανύουμε δύσκολες εποχές. Αυτό πλέον είναι γνωστό. Ωστόσο, ας χαρούμε, έστω και για λίγο,  αυτές τις γιορτινές ημέρες με οικογένεια και αγαπημένα πρόσωπα ! Ας μην ξεχνάμε και τους ηλικιωμένους συγγενείς...μπορεί να είναι τα τελευταία Χριστούγεννα που θα περάσουμε μαζί τους.

   Είθε το μύνημα της γέννησης του Θεανθρώπου να μας μεταφέρει αγάπη, υγεία, χαρά, ευτυχία, τύχη, σύμπνοια, έμπνευση, δημιουργία, χαμόγελα στα χείλη των παιδικών αλλά και  συμπόνια για τον συνάθρωπό μας που τόσο πολύ την χρειάζετε τον τελευταίο καιρό.

  Και κάτι τελευταίο: Τώρα τις γιορτές πολλοί μπορεί να φύγουν εκτός πόλης...άλλοι όχι. Όπως και να'χει θα οδηγήσουν. Θα πάρουν τιμόνι στα χέρια τους. Προσοχή λοιπόν στους οδηγούς ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΠΕΖΟΥΣ. Ποτό και οδήγηση δεν πάνε μαζί. Ας είναι αναίμακτα αυτά τα Χριστούγεννα !

Καλά Χριστούγεννα και καλές γιορτές σε όλους !


Μανουηλίδου Άννα



Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Αγαπητέ Άγιε Βασίλη, φέτος τα Χριστούγεννα θέλω...


Αγαπητέ Άγιε Βασίλη,

Φέτος τα Χριστούγεννα θέλω να μου φέρεις μια BI-BI-BO, τον φίλο της τον John John, ένα τραινάκι, το σπιτάκι της BARBIE, τον φίλο της BARBIE τον Κen, έναν «αγκαλίτσα», έναν «ευχούλη» και υγεία σε εμένα, στην οικογένειά μου και σε όλα τα παιδάκια.
Ιωάννα ετών 5

Αγαπητέ Άγιε Βασίλη

Πέρυσι τα Χριστούγεννα σου είχα ζητήσει να μου φέρεις πολλά πράγματα. Δεν πειράζει που δεν μου τα έφερες όλα. Φέτος τα Χριστούγεννα όμως  θέλω να μου φέρεις μια BI-BI-BO και το σπιτάκι της BARBIE. Α ! Και επίσης υγεία σε εμένα, στην οικογένειά μου και σε όλα τα παιδάκια.

Ιωάννα ετών 6

2 χρόνια μετά....

Αγαπητέ Άγιε Βασίλη,

Τα προηγούμενα Χριστούγεννα ίσως να είμουν λίγο υπερβολική με αυτά που σου ζητούσα.  Φέτος θα ήθελα να μου φέρεις μόνο μια κούκλα.  Και φυσικά  υγεία, παγκόσμια ειρήνη,  φαγητό στα παιδάκια που πεινάνε, χαρά, ευτυχία στην οικογένειά μου και σε όλο το κόσμο.

Ιωάννα ετών 8

Αγαπητέ Άγιε Βασίλη,

Τα προηγούμενα Χριστούγεννα σου είχα ζητήσει να φέρεις παγκόσμια ειρήνη και φαγητο στα παιδάκια που πεινάνε αλλά δεν το έκανες ! Δεν πειράζει, εγώ θα συνεχίσω να σου τα ζητάω. Φέτος τα Χριστούγεννα δεν θέλω κούκλες ! Θέλω όμως να φέρεις υγεία στη μαμά μου επειδή βήχει συνέχεια και δουλειά στο μπαμπά μου ! Επίσης υγεία, παγκόσμια ειρήνη,  φαγητό στα παιδάκια που πεινάνε, χαρά, ευτυχία στην οικογένειά μου και σε όλο το κόσμο.
Ιωάννα ετών 9

Αγαπητέ Άγιε Βασίλη,

Η μαμά δεν βήχει πλέον αλλά ο μπαμπάς δεν έχει βρεί δουλειά ακόμα.  Φέτος τα Χριστούγεννα θέλω να φέρεις δουλειά στο μπαμπά μου και φαγητό στο σπίτι μας. Α ! Και μη ξεχάσω: υγεία, παγκόσμια ειρήνη,  φαγητό στα παιδάκια που πεινάνε, χαρά, ευτυχία στην οικογένειά μου και σε όλο το κόσμο.

Ιωάννα ετών 10

Μετά απο χρόνια....

 Αγαπητέ μου Άγιε Βασίλη,

Φέτος τα Χριστούγεννα  θα ήθελα να μου φέρεις δουλειά . Και υγεία. Αυτά.   

Ιωάννα ετών 30

Αγαπητέ μου Άγιε Βασίλη,

Φέτος τα Χριστούγεννα  θα ήθελα να μου φέρεις δουλειά .

Ιωάννα ετών 35
Τα χρόνια πέρασαν...
Αγαπητέ μου Άγιε Βασίλη,
Στα 35 μου θυμάμαι οτι σου είχα ζητήσει να μου φέρεις δουλειά. Αντ' αυτού μου έδωσες το μεγαλύτερο δώρο του κόσμου ! Το παιδί μου. Τουλάχιστον μπορείς να φέρεις δουλειά σε εκείνο που είναι άνεργο εδώ και 6 μήνες ; Α ! Νομίζω οτι την προηγούμενη φορά ξεχασα να σου πω. Θέλω να φέρεις υγεία,παγκόσμια ειρήνη, φαγητό στα παιδάκια που πεινάνε, χαρά, ευτυχία στην οικογένειά μου και σε όλο το κόσμο.
Ιωάννα ετών 65















Ο δρόμος προς τη Νέα Γη


Ο δρόμος μακρύς, τα μονοπάτια κακοτράχαλα...αλλά η θέλησή μας για ένα καλύτερο αύριο υπερέβαινε κάθε εμπόδιο. Ακόμα και αυτό της πρόσφατης τύφλωσής μου.

«Έλα Τζόσεφ ! Προσπάθησε ! Δεν είναι τίποτα. Μια μικρή ανηφόρα είναι μόνο» η Μαρία ήταν τα μάτια και οδηγός μου. Πιστή σύντροφός μου όλα αυτά τα χρόνια.

Ωστόσο οι φουσκάλες απο τα σανδάλια στα πόδια μας έκαναν την ανάβαση ακόμα πιο δύσκολη. Καθίσαμε λίγο να ξαποστάσουμε. Τότε ήταν που κατάλαβα οτι παρά την τύφλωσή μου,  το πόσο έντονες είχαν γίνει οι υπόλοιπες αισθήσεις μου. Οι ρόδες απο τα κάρα στο χώμα, ο ήχος  του πανιού απο τα εμβλήματα που παραδίνονται στον άνεμο, το τρίξιμο των χαλικιών απο τα πατήματα των άλλων συνοδοιπόρων.  Συνοδοιπόρων για ένα καλύτερο αύριο.  Νέα Γη την ονόμάζανε. Και ίσως να ήταν το εισητήριό μας για ενα καλύτερο μέλλον. Μακρυά απο πολέμους, φτώχεια και τη δυστυχία που υπομείναμε τόσα χρόνια !  Τι να μας περίμενε άραγε.

Τις σκέψεις μου διέκοψε απότομα η κραυγή πόνου μιας γυναίκας. «Τι συνέβη Μαρία ; « ρώτησα σαστισμένος κουνώντας αμήχανα το κεφάλι μου δεξιά και αρίστερά. Δεν είχα συνηθίσει να μην βλέπω και όλο αυτό μου έφερνε εκνευρισμό.  Η Μαρία μου εξήγησε οτι μια μαυροφορεμένη γυναίκα κοίτωνταν πάνω απο το πτώμα του άνδρα της που μόλις είχε πέσει κάτω. «Δεν άντεξε την πείνα Τζόσεφ ! Δεν άντεξε... « η φωνή της Μαρίας είχε γίνει στριγγή. Κατάλαβα την αγωνία της. Έκτεινα το χέρι μου σε μια προσπάθεια να της χαϊδεψω το πρόσωπο. Η Μαρία με βοήθησε να νιώσω το απαλό της δέρμα. Δάκρυα έτρεχαν στο μαγουλό της.... «Ξέρω οτι δυσκολευεσαι Μαρία. Αλλά μην ανησυχείς ! Όλα θα πάνε καλά. Σε αυτή τη Νεά Γη όπως την ονομάζουνε, μου είπαν οτι υπάρχει ενας ιατρός που ίσως βοηθήσει με την τυφλωσή μου. Ένα θαύμα ίσως όντως γίνει» Η Μαρία με αγκάλιασε, έκλαιγε με αναφυλιτά. Ένιωθα τους ώμους της να ανεβοκατεβαίνουν. Την έσφιξα περισσότερο σε μια προσπάθεια να της δείξω οτι δεν χρειάζεται να φοβάται τίποτα. Είμουν αισιόδοξος παρά την κακοτυχία μου.

Περπατάγαμε ώρες...ίσως και μέρες δεν ξέρω. Είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Μέχρι που η Μαρία σταμάτησε. Με έπιασε απο τα μπρατσα με τα δυό της χέρια. «Τζόσεφ !» αναφώνισε ! «Τζόσεφ φθάσαμε ! Φθάσαμε επιτέλους» ! Σήκωσα το κεφάλι μου στον ουρανό, τα μάτια μου ήταν καλυμμένα με ένα πανί παρ’όλα αυτά ο ζεστασιά του ήλιου μου έφερε ενα αμυδρό χαμόγελο στα χείλη. Ενα χαμόγελο αισιοδοξίας και πίστης οτι όλα θα πάνε καλά εδώ ...στην Νέα Γη.








Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

Γιατί με άφησες ;


 Γιατί με άφησες ; Δεν σου έδωσα αρκετή στοργή ; Δεν παίζαμε κάθε φορά που ήθελες ; Δεν είμουν πιστός συντροφός σου ;

Ακόμα θυμάμαι την ημέρα που με πήρες στην αγκαλιά σου.


 Ήταν βράδυ και έκανε πολύ κρύο. Η βροχή μου μαστίγωνε το σώμα μέχρι που  χώθηκα γρήγορα -  γρήγορα κάτω απο το ενα τεράστιο πράγμα που έβγαζε ζέστη για να προστατευθώ.

 Τότε ήταν που είδα για πρώτη φορά το πρόσωπό σου. Σκυμμένος κάτω απο το πελώριο αυτό πράγμα, στην αρχή ξαφνιάστηκες αλλά με φώναξες και ήρθα δειλά δειλά κοντά σου. Βλέπεις...φοβόμουν το είδος σου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που με ταπείνωσαν, με κλώτσησαν, με χτύπησαν... Αλλά εσύ φάνταζες διαφορετικός απο τους άλλους που είχα γνωρίσει. Το ένστικτό μου, μου έλεγε οτι σε εσένα θα έβρισκα την αγάπη και τη θαλπωρή ενός σπιτιού.  

Η χαρά μου δεν περιγράφονταν οταν για πρώτη φορά αισθανθηκα ενα πραγματικό χάδι στο κεφαλάκι μου. Η αγκαλιά σου ήταν το καλύτερο αναλγητικό !

 Μπήκαμε μέσα σε αυτό το πελώριο πραγμα στο οποίο καθόμουν όση ώρα έβρεχε. Μου μίλαγες...μου έλεγες κατι ακαταλαβήστικα αλλά απο τον τόνο της φωνής σου πίστεψα οτι νοιαζόσουν πραγματικά για εμένα. Στη διαδρομή κοιτούσα έξω απο το παράθυρο. Με λυπη μου έβλεπα κι άλλα σκυλάκια να ψάχνουν στα σκουπίδια για λίγο φαγητό ! Η πείνα.  Η πείνα μπορεί να κάνει ακόμα και το πιο ήρεμο τετράποδο να αγριέψει. Πόσες φορές είχα μείνει νυστικό ! Δεν ήταν μόνο το είδος σου ο έχθρός μου. Έπρεπε να αντιμετωπίσω και τα μεγαλύτερα απο εμένα σκυλιά για ένα κομμάτι κρέας. Αχ πόσο πεινούσα !

Άλλα όλα αυτά άλλαξαν την στιγμή που πέρασα το κατώφλι του σπιτιού σου.

Στην αρχή ζαλίστικα με όλο αυτό το κόσμο που με περιέβαλε. Μια καλοσυνάτη κυρία, δυο υπέροχα παιδιά ! Παίζαμε, με πηγαίνατε βόλτες μεχρι που έμαθα να φέρνω και την εφημερίδα σου ! Τα παιδιά ήταν πολύ ζεστά μαζί μου. Τους έδινα μεγάλη χαρά και εγώ χαιρόμουν να τα βλέπω ευτυχισμένα.

Δεν λέω οτι όλα ήταν εύκολα. Πολλές φορές με μαλώνατε για τις σκανδαλιές μου αλλά δεν με πείραζε. Καταλάβαινα το λάθος μου και δεν το ξαναέκανα. Υπήρχαν φορές που μου φώναζατε ενώ δεν έκανα τίποτα. Αλλά εγώ συνέχιζα να πιστεύω ότι κατα βάθος με αγαπούσατε. Πήγαινα κοντά στα παιδιά και κουνούσα την ουρά μου δεξιά αριστερά. Ήταν το σύνθημά μας οτι ήθελα να παίξουμε αλλά εκείνα με έδιωχναν με μια κίνηση του χεριού τους και έστρεφαν πάλι το βλέμμα σε ενα κουτί...υπολογιστή τον ονομάζουν νομίζω.

 Μια ημέρα, και ενώ είμουν δεμένο στο καλοριφέρ του σπιτιού ήρθες εσύ και με χτύπησες...με χτύπησες τόσο δυνατά που έκλαιγα απο τον πόνο. Σου φώναζα να σταματήσεις αλλά δεν το έκανες ! Κατουρήθηκα απο το φόβο μου. Και τότε με χτύπησες ακόμα πιο δυνατά. Δεν κατάλαβα ποτέ το γιατί.

 Οι μήνες πέρασαν και άρχιζα να μεγαλώνω. Να μεγαλώνω πολύ. Τότε ήταν που άρχισαν οι καυγάδες στο σπίτι. Το ένιωθα....ένιωθα οτι ο λόγος που τσακώνονταν είμουν εγώ ! Ήταν φανερό οτι γινόμουν βάρος. Οι βόλτες όλο και λιγότερες, το φαγητό λιγοστό -  αδύνατον να με χορτάσει - και όσο για τα χάδια...λιγοστά και αυτά..εώς ανύπαρκτα.
Το στενό μπαλκόνι ήταν τώρα το μοναδικό μέρος στο οποίο κοιμόμουν. Κοιτούσα απο το τζάμι εσάς...να μιλάτε...να γελάτε...να παίζετε...σας φώναζα να με πάρετε και εμένα μέσα, να παίξουμε μαζί όπως παλιά ! Μου χτυπούσατε αγριεμένοι το τζάμι και εγώ ξάπλωνα και πάλι στο κρύο πλακάκι του μπαλκονιού. Έμαθα να σας ακούω βλέπετε....αυτή είναι η φύση μου !

Ξαφνικά, μια ημέρα  είδα εσένα ! Σε είδα να παίρνεις το λουρί. «Έλα παμε βόλτα» σαν να σε άκουσα να μου λες ! Η χαρά μου δεν περιγράφονταν. Σαν κάτι να είχε αλλάξει στη μεταξύ μας σχέση. Άλλωστε εσύ είσουν που με βρήκες εξ’αρχής.  Κουνούσα την ουρά μου πέρα – δώθε, συκγράτηθηκα να μη κατουρηθώ απο τη χαρά μου....το έμαθα το μάθημα μου απο την τελευταία φορά που το έκανα αυτό ! Σε κοιταζα στα μάτια.... έβγαλα έξω τη γλώσσα .
«Τι καλά» σκέφτηκα ! «Θα είμαι φρόνιμος και υπάκουος όσο θα πηγαίνουμε βόλτα. Έτσι θα μπορέσει  να με αγαπήσει πάλι» ...σκέφτηκα.

Σ το δρόμο μου τραβούσες το λουρί βίαια και πνιγόμουν ! Δεν καταλάβαινα γιατί τόση βιασύνη ; Υποτίθετε οτι πηγαίναμε βόλτα !  Σταματήσαμε μπροστά απο μια πελώρια μάντρα. Άνοιξες τη σιδερένια πόρτα, μου έβγαλες το λουρί και με πέταξες μέσα. Έκλεισες την πόρτα και έφυγες...σε φώναζα να γυρίσεις πίσω. Μάταια.  Έκλαιγα όσο έβλεπα τη φιγούρα σου να μακραίνει ! Αλλά γιατί ; Γιατί με άφησες ;  Τόσο κακό σου προξένησα πια ;
  Περίμενα εκεί καρτερικά. Μήπως γυρίσεις. Οι ώρες πέρασαν..οι μέρες...Τίποτα. Κανένα ίχνος.  Κατάλαβα οτι δεν θα σε ξαναέβλεπα και έτσι αποφάσισα να επιβιώσω μόνο μου. Στη μάντρα μόνο παλιοσίδερα...τίποτε άλλο.
Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε. Γύρισα να κοιτάξω. Όχι δεν είσουν εσύ ! Ενας άγνωστος έτρεχε εκνευρισμένος προς το μέρος μου, έτρεξα να σωθώ μέχρι που βγήκα σώος απο τη μάντρα.

  Ο καιρός πέρασε, έκανα παρέα και με άλλα σκυλάκια. Αδέσποτα κι αυτά. Μοιραζόμασταν το φαγητό. Αλλά δεν έλειπαν και οι τσακωμοί...τα δαγκώματα. Δύσκολη η επιβίωση.
  Μέχρι που ένα βράδυ σε είδα ! Ναι,  εσύ είσουν. Στο απέναντι πεζοδρόμιο. Σταματημένος. Περίμενες. Τι χαρά ήταν αυτή ! Επιτέλους σε ξανάβρισκα !

Σου γάβγιζα για να με ακούσεις. Να με δείς. Δεν με έβλεπες όμως. Ήταν βράδυ. Είχες το χέρι στο αυτί σου και έκανες κατι εντόνες χειρονομίες.  Ήταν και αυτά τα αυτοκίνητα (ναι έμαθα οτι τα λένε έτσι) που περνάγανε γρήγορα και κάνανε φασαρία !  Αλλά εμένα δεν με ένοιαζε. Έπρεπε να έρθω κοντά σου ! Έτρεξα για να χωθώ και πάλι στην αγκαλιά σου !  Να γίνουμε φίλοι όπως παλιά ! Έτρεξα....

Το τελευταίο πράγμα που είδα ήταν τα έντονα φώτα που με τύφλωσαν.